Μετάβαση στο περιεχόμενο

thrill

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
thrill thrills

thrill (en)

  1. η συγκίνηση
    παράδειγμα  He rides a motorcycle for the thrill.
    Οδηγεί μηχανή για την καύλα.
     συνώνυμα: rush
  2. ρίγος ή τρέμουλο που προκαλείται από συγκίνηση, έξαψη, ενθουσιασμό
  3. (ιατρική) τρεμούλιασμα της καρδιάς
ενεστώτας thrill
γ΄ ενικό ενεστώτα thrills
αόριστος thrilled
παθητική μετοχή thrilled
ενεργητική μετοχή thrilling

thrill (en)

  • συναρπάζω, ενθουσιάζω, κάνω κάποιον να αισθάνεται πολύ ευχαριστημένος ή ενθουσιασμένος
    παράδειγμα  The spectacle thrilled the young and old alike.
    Το θέαμα είχε συναρπάσει μικρούς και μεγάλους.
    παράδειγμα  He was thrilled with the idea.
    Τον ενθουσίασε η ιδέα.