Μετάβαση στο περιεχόμενο

montant

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό montant montants
θηλυκό montante montantes

Επίθετο

[επεξεργασία]

montant (fr)

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
montant montants

montant (fr) αρσενικό

  1. το ποσό
  2. ο ορθοστάτης