Μετάβαση στο περιεχόμενο

machen

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈmaxn̩/
 
 
τυπογραφικός συλλαβισμός: machen

machen (de)

  1. χωρίς ουσιαστικό
    1. κάνω, φτιάχνω
      1. αλλαγή των συναισθημάτων
        παράδειγμα Dein Lächeln macht mich glücklich.
             Το χαμόγελό σου με κάνει ευτυχισμένο.
      2. να προσποιηθώ κάτι
        παράδειγμα Die machen nur auf cool - in Wirklichkeit haben sie genauso Angst wie wir.
             Απλώς κάνουν τους "κουλ" - στην πραγματικότητα φοβούνται ακριβώς όσο κι εμείς.
      3. να φροντίσουμε ώστε
        παράδειγμα Lieber Gott, mach' dass wir den Anschlusszug noch erreichen.
             Αγαπητέ Θεέ, κάνε να προλάβουμε την επόμενη αμαξοστοιχία.
      4. το αποτέλεσμα ενός υπολογισμού
        παράδειγμα Drei plus vier macht sieben.
             Τρία συν τέσσερα κάνουν επτά.
        παράδειγμα So, hier ist die Rechnung. Das macht dann genau 48 Euro.
             Λοιπόν, ορίστε ο λογαριασμός. Αυτό κάνει ακριβώς 48 ευρώ.
      5. η περιγραφή ενός ήχου
        παράδειγμα Die Kuh macht "Muh".
             Η αγελάδα κάνει "μου".
      6. ούρηση / αφόδευση
        παράδειγμα Mach' dir deswegen nicht in die Hose.
             Μην τα κάνεις πάνω σου γι’ αυτό.
        παράδειγμα Musst du groß oder klein machen?
             Θέλεις να κάνεις μεγάλο ή μικρό;
    2. πειράζει
      παράδειγμα Das macht doch nichts.
           Δεν πειράζει.
    3. (αθλητισμός) βάζω
      παράδειγμα Ich habe bei unserem Basketball-Spiel heute keinen einzigen Korb gemacht.
           Στον σημερινό αγώνα μπάσκετ δεν έβαλα ούτε ένα καλάθι.
    4. φαίνομαι
      παράδειγμα Die Blumen machen sich gut auf dem Tisch.
           Τα λουλούδια φαίνονται ωραία πάνω στο τραπέζι.
    5. καταφέρνω
      παράδειγμα Peter hat sich aber gemacht.
           Ο Πέτερ τα κατάφερε όμως.
    6. ασχολούμαι
      παράδειγμα Herbert macht jetzt in Kirschen.
           Ο Χέρμπερτ ασχολείται τώρα με τα κεράσια.
  2. σε συνδυασμό με ένα ουσιαστικό
    1. eine Kurve machen (να στρίψει)
      παράδειγμα Hinter der Kuppe macht der Weg eine lange Linkskurve.
           Πίσω από την κορυφή, το μονοπάτι κάνει μια μεγάλη στροφή προς τα αριστερά.
    2. eine Erfahrung machen (nα ζήσω μια εμπειρία)
      παράδειγμα Im Dschungel kann man interessante Erfahrungen machen.
           Στη ζούγκλα μπορεί κανείς να ζήσει ενδιαφέρουσες εμπειρίες.
    3. Urlaub machen (να πάω διακοπές)
      παράδειγμα Wir machen dieses Jahr Urlaub in Dänemark.
           Φέτος θα πάμε διακοπές στη Δανία.
    4. ein Foto machen (να τραβήξω μια φωτογραφία)
      παράδειγμα Kannst du mal ein Foto von mir machen?
           Μπορείς να μου τραβήξεις μια φωτογραφία;
    5. Essen machen (να φτιάξω το φαγητό)
      παράδειγμα Klaus ist noch damit beschäftigt, das Essen zu machen.
           Ο Κλάους είναι ακόμα απασχολημένος με την προετοιμασία του φαγητού.
    6. den Abwasch machen (να πλύνω τα πιάτα)
      παράδειγμα Ich muss noch eben den Abwasch machen, dann können wir spielen.
           Πρέπει να πλύνω τα πιάτα πρώτα, και μετά μπορούμε να παίξουμε.
    7. Geld machen (να βγάλω χρήματα)
      παράδειγμα Katharina hat mit ihrem Honig richtig viel Geld gemacht.
           Η Καθαρίνα έβγαλε πραγματικά πολλά χρήματα από το μέλι της.
    8. Angst machen (να προκαλέσει φόβο)
      παράδειγμα Das Unwetter macht mir Angst.
           Η κακοκαιρία με φοβίζει.
    9. Schluss machen (να χωρίσω)
      παράδειγμα Ute hat mit Simone Schluss gemacht.
           Ούτε χώρισε με τη Σιμόνε.
    10. Platz machen (να κάνω χώρο)
      παράδειγμα Entschuldigung, ich muss hier durch. Können Sie mal eben etwas Platz machen?
           Με συγχωρείτε, πρέπει να περάσω από εδώ. Μπορείτε να μου κάνετε λίγο χώρο;
    11. Spaß machen (να διασκεδάζουν, να πω ένα αστείο)
      παράδειγμα Die Rutsche im Schwimmbad hat mir Spaß gemacht.
           Μου άρεσε η τσουλήθρα στην πισίνα.
      παράδειγμα Das war nicht ernst gemeint; er hat doch nur Spass gemacht.
           Δεν το εννοούσε σοβαρά· απλώς αστειευόταν.
    12. Feierabend machen (να τελειώνω τη δουλειά)
      παράδειγμα Genug für heute. Ich mach' jetzt Feierabend.
           Αρκετά για σήμερα. Τελειώνω τη δουλειά μου τώρα.