machen
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈmaxn̩/
- ⓘ
- ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ma‐chen
Ρήμα
[επεξεργασία]machen (de)
- χωρίς ουσιαστικό
- κάνω, φτιάχνω
- αλλαγή των συναισθημάτων
Dein Lächeln macht mich glücklich.
Το χαμόγελό σου με κάνει ευτυχισμένο.
- να προσποιηθώ κάτι
Die machen nur auf cool - in Wirklichkeit haben sie genauso Angst wie wir.
Απλώς κάνουν τους "κουλ" - στην πραγματικότητα φοβούνται ακριβώς όσο κι εμείς.
- να φροντίσουμε ώστε
Lieber Gott, mach' dass wir den Anschlusszug noch erreichen.
Αγαπητέ Θεέ, κάνε να προλάβουμε την επόμενη αμαξοστοιχία.
- το αποτέλεσμα ενός υπολογισμού
Drei plus vier macht sieben.
Τρία συν τέσσερα κάνουν επτά.
So, hier ist die Rechnung. Das macht dann genau 48 Euro.
Λοιπόν, ορίστε ο λογαριασμός. Αυτό κάνει ακριβώς 48 ευρώ.
- η περιγραφή ενός ήχου
Die Kuh macht "Muh".
Η αγελάδα κάνει "μου".
- ούρηση / αφόδευση
Mach' dir deswegen nicht in die Hose.
Μην τα κάνεις πάνω σου γι’ αυτό.
Musst du groß oder klein machen?
Θέλεις να κάνεις μεγάλο ή μικρό;
- αλλαγή των συναισθημάτων
- πειράζει
Das macht doch nichts.
Δεν πειράζει.
- (αθλητισμός) βάζω
Ich habe bei unserem Basketball-Spiel heute keinen einzigen Korb gemacht.
Στον σημερινό αγώνα μπάσκετ δεν έβαλα ούτε ένα καλάθι.
- φαίνομαι
Die Blumen machen sich gut auf dem Tisch.
Τα λουλούδια φαίνονται ωραία πάνω στο τραπέζι.
- καταφέρνω
Peter hat sich aber gemacht.
Ο Πέτερ τα κατάφερε όμως.
- ασχολούμαι
Herbert macht jetzt in Kirschen.
Ο Χέρμπερτ ασχολείται τώρα με τα κεράσια.
- κάνω, φτιάχνω
- σε συνδυασμό με ένα ουσιαστικό
- eine Kurve machen (να στρίψει)
Hinter der Kuppe macht der Weg eine lange Linkskurve.
Πίσω από την κορυφή, το μονοπάτι κάνει μια μεγάλη στροφή προς τα αριστερά.
- eine Erfahrung machen (nα ζήσω μια εμπειρία)
Im Dschungel kann man interessante Erfahrungen machen.
Στη ζούγκλα μπορεί κανείς να ζήσει ενδιαφέρουσες εμπειρίες.
- Urlaub machen (να πάω διακοπές)
Wir machen dieses Jahr Urlaub in Dänemark.
Φέτος θα πάμε διακοπές στη Δανία.
- ein Foto machen (να τραβήξω μια φωτογραφία)
Kannst du mal ein Foto von mir machen?
Μπορείς να μου τραβήξεις μια φωτογραφία;
- Essen machen (να φτιάξω το φαγητό)
Klaus ist noch damit beschäftigt, das Essen zu machen.
Ο Κλάους είναι ακόμα απασχολημένος με την προετοιμασία του φαγητού.
- den Abwasch machen (να πλύνω τα πιάτα)
Ich muss noch eben den Abwasch machen, dann können wir spielen.
Πρέπει να πλύνω τα πιάτα πρώτα, και μετά μπορούμε να παίξουμε.
- Geld machen (να βγάλω χρήματα)
Katharina hat mit ihrem Honig richtig viel Geld gemacht.
Η Καθαρίνα έβγαλε πραγματικά πολλά χρήματα από το μέλι της.
- Angst machen (να προκαλέσει φόβο)
Das Unwetter macht mir Angst.
Η κακοκαιρία με φοβίζει.
- Schluss machen (να χωρίσω)
Ute hat mit Simone Schluss gemacht.
Ούτε χώρισε με τη Σιμόνε.
- Platz machen (να κάνω χώρο)
Entschuldigung, ich muss hier durch. Können Sie mal eben etwas Platz machen?
Με συγχωρείτε, πρέπει να περάσω από εδώ. Μπορείτε να μου κάνετε λίγο χώρο;
- Spaß machen (να διασκεδάζουν, να πω ένα αστείο)
Die Rutsche im Schwimmbad hat mir Spaß gemacht.
Μου άρεσε η τσουλήθρα στην πισίνα.
Das war nicht ernst gemeint; er hat doch nur Spass gemacht.
Δεν το εννοούσε σοβαρά· απλώς αστειευόταν.
- Feierabend machen (να τελειώνω τη δουλειά)
Genug für heute. Ich mach' jetzt Feierabend.
Αρκετά για σήμερα. Τελειώνω τη δουλειά μου τώρα.
- eine Kurve machen (να στρίψει)