Μετάβαση στο περιεχόμενο

hold over

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας hold over
γ΄ ενικό ενεστώτα holds over
αόριστος held over
παθητική μετοχή held over
ενεργητική μετοχή holding over

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
hold over <  δείτε τις λέξεις hold και over

hold over (en)

  1. (συνήθως στην παθητική φωνή) αναβάλλω, δεν ασχολούμαι με κάτι αμέσως, αφήνω κάτι να ασχοληθώ αργότερα
    παράδειγμα  The issue was held over for the next meeting.
    Το θέμα αναβλήθηκε για την επόμενη συνεδρίαση.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη delay
  2. (μεταβατικό) κρατιέμαι, για φαγητό κλπ. που συντηρεί κάποιον για περιορισμένο χρονικό διάστημα
    παράδειγμα  They ate a light meal in order to hold them over until the evening.
    Έφαγαν ένα ελαφρύ γεύμα προκειμένου να κρατηθούν μέχρι το βράδυ.