Μετάβαση στο περιεχόμενο

ναί

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ναί < άλλη μορφή του νή[1].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /nǎi̯/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: ναί

Επίρρημα

[επεξεργασία]

ναί

  • σε ισχυρή κατάφαση
  1. κατά κανόνα με το δή· ναι, αληθώς
  2. «ναὶ μά» λέγεται για όρκους· ναι μα, βεβαίως μα ενίοτε το μά παραλείπεται
  3. σε απαντήσεις λέγεται μόνο του· βεβαίως, ναι

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ναί σελ. 993 -  Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 12.